για τον Γ.Ρ.




Από μακριά κοιτούσε τη θάλασσα
άφησέ με να βγω από το τσακισμένο παράθυρο
φώναζε
τι να του κάνει
στη γωνιά του δωματίου η καρέκλα
ταλαντευόταν σαν κύμα
μέσα στο κρανίο του
Βαρύ βαρύ το ανέβασμα
πρόσεξε
μην πέσεις
Άσε με να ξεθάψω τον έφηβο
με το σπαραχτικό μουγκανητό
εντός
φώναζε
φώναζε
Μονάχα που δεν ξέρω πώς
Ο  άπιστος
σαν το βυθό της θάλασσας πνίγει τα γόνατά του

 

Τάχα αυτός με το τρυπημένο τσιγάρο
είναι που καίει μονάχος του το σούρουπο
στο σπίτι;
Μήτε η πέτρα του δαχτυλιδιού του
θα μείνει ανάμεσα στα κόκκαλα

 

Η πέτρα μαύρη, εντελώς
κατάμαυρη
τον έσφιγγε στο κρανίο
η άλλη
σαν παιδί σκοτωμένο στην παλάμη του
άνοιγε τρύπες
Ότι θα τολμούσε ο ίδιος
χωρίς κανενός ανάγκη
να τις σωπάσει σε τούτο το καλοκαίρι
απίστευτο


 


'Οταν κατά το βράδυ, είπε τ' όνομά του
κατάλαβε κάποιον νεκρό αόρατο
να παίζει πάνω απ' τον κρεβάτι του
Τότε είδε και το μαύρο φέρετρο που σχημάτιζαν
τα ετοιμόροπα πόδια του κρεβατιού πίσω από τις σκόνες
Μ' όλο που δεν ήθελε πάνω από χρόνο να γερνάει τη σκέψη
κρεμασμένη στο κρεβάτι
τον έπνιγε σα βυθός τον τελευταίο καιρό
τον έπνιγαν κι οι φίλοι με τα μάτια ψαριών
που δε θέλησαν να δώσουν ένα ενθουσιασμό ακόμη
εκείνος μες στην τσάντα του κρατούσε όλα τα ποιήματά τους
ίσως και να τα πήρε με τις φιλοδοξίες τους
στον άλλο κόσμο
όχι τόσο για το θόρυβο που έκαναν
έτσι ήσυχος ολότελα να τα γδύσει ένα ένα
Αργότερα θα τα επέστρεφε γυμνά
στο δύσκαμπτο λαιμό τους
Κατά το βράδυ άρχισε να κλαίει κι ο Ρήγας
εκεί στη γωνιά της Ινάχου
την ώρα που 'κλείναν αδιάφορα τα σπίτια τους οι φίλοι

*Κλειστοί οι δρόμοι
από αρματωμένους με μαύρες φορεσιές.
Το αίμα φτάνει στο στόμα
Και η μαχαιριά βαθειά στα πλευρά
ψάχνει να βρει το λόγο.



*στίχοι του Γιάννη Ρηγόπουλου

EΦΥΓΕ ο ποιητής ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ


Έφυγε χθες ο αγαπημένος  φίλος ποιητής  ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ
 
Γεννήθηκε στη Νεστάνη της Αρκαδίας το 1952. Μεγάλωσε στο Άργος, γιατί εδώ εγκαταστάθηκαν οι γονείς του και έτσι τα παιδικά και μαθητικά χρόνια συνδέθηκαν έντονα με τη ζωή και τις παρέες της πόλης. Τελειώνοντας το «Οικονομικό Γυμνάσιο», πηγαίνει στην Αθήνα έχοντας εγγραφεί στην ΑΣΟΕΕ και έρχεται σε επαφή με το κλίμα της πρωτεύουσας και τα στέκια της, ιδιαίτερα εκείνα που συχνάζουν οι μύστες των τεχνών και των γραμμάτων. Γυρνώντας στο Άργος έχει ήδη διαμορφώσει μια άποψη για το δρόμο που θα ακολουθήσει και παρότι η εργασία του ως λογιστής του επιτρέπει να λύσει το βιοποριστικό, οι κρυφοί έρωτες τον σπρώχνουν σε δρόμους περίπλοκων αναζητήσεων και τον βάζουν στον πειρασμό των δύσκολων περασμάτων.
 
Σε μια εποχή όπου τα κυρίαρχα ιδεολογήματα επέβαλλαν απόλυτη υποταγή στις διαστρεβλώσεις του ελληνοορθόδοξου δόγματος, χρειαζόταν σε κάποιον δύναμη ψυχής για να μπορέσει η σκέψη του να αντέξει τις δυσκολίες ελεύθερων περιηγήσεων στο λόγο και την τέχνη. Η εικόνα του τοίχου στο βιβλιοπωλείο του με τα συνθήματα «21-4-1967, φονιάδες, Ζήτω ο στρατός», θα συμβολίζει για μια περίοδο, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όσοι τολμούσαν να σκεφτούν με τρόπο διαφορετικό.
Ο Γιάννης Ρηγόπουλος συνεχίζει και το 1975 εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Αναγέννηση» με παναργολική κυκλοφορία. Η εφημερίδα θα μετατραπεί, λίγα χρόνια μετά, σε μηνιαίο περιοδικό που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα. Βιβλιοπωλείο και περιοδικά θα αποτελέσουν τα στέκια ενός κόσμου που αναζητά νέες πνευματικές εκφράσεις και που βοηθά στην αναγέννηση του πολιτισμού στην Αργολίδα.
Παράλληλα, οργανώνονται οι εκδόσεις «Ελλέβορος» και εκδίδεται το πρώτο τριμηνιαίο περιοδικό επιστήμης, γραμμάτων και τεχνών στην Αργολίδα. Στις σελίδες του «Ελλέβορου» και της «Αναγέννησης» θα βρουν φιλοξενία δεκάδες άρθρα με θέματα πολιτισμού, πολιτικής, κοινωνίας. Στην αίθουσα της «Αναγέννησης» θα παρουσιαστούν δεκάδες κείμενα, μελέτες διηγήματα, θα ακουστούν άπειρες γνώμες, κριτικές, εξηγήσεις και αναλύσεις και θα αναδειχθούν τα σημεία των συνεχών αναζητήσεων στους κόσμους που οργανώνει η ψυχή και η σκέψη.
Η «Αναγέννηση» θα υπάρξει για περισσότερο από τριάντα χρόνια το ελεύθερο βήμα έκφρασης των ανθρώπων της καθημερινότητας αλλά και εκείνων της αναζήτησης «εκτός των τειχών». Ένα πραγματικό στέκι για τη ζωή, τα γράμματα και τις τέχνες.
Ο ίδιος ο Γιάννης Ρηγόπουλος μετράει μια πλούσια ποιητική παρουσία, γνωστή και εκτός Αργολίδας, με σημαντικές εκδόσεις και ποιητικές συλλογές.
Μερικές από αυτές είναι: «Χιμαιροπλόκος» (1969), «Παράσταση» (1971), «Πειράματα επί φασιόλων» (1981), «Μικρό ανθολόγιο Αργείων ποιητών» (1994), «Είναι κάτι καράβια φαντάσματα» (1996), «Ενδοφλεβίως» (1998), «Λη» (2005).
Το 2005 βραβεύτηκε για την παρουσία και την προσφορά του με το περιοδικό «Αναγέννηση» από τον ΟΠΑΝΑΑΡ και από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Άργους.
(ts.uop.gr/syngrafeisargolidas-symposio/images/files/poiites-meros-a.doc)
 
 
 
ΜΑΧΑΙΡΩΜΕΝΟΣ
 
 Πως νάρθω;
Φαρμακωμένα τα σκυλιά στην αυλή.
Στους φράχτες
κρέμονται οι πεθαμένοι.
Κλειστοί οι δρόμοι
από αρματωμένους με μαύρες φορεσιές.
Το αίμα φτάνει στο στόμα
Και η μαχαιριά βαθειά στα πλευρά
ψάχνει να βρει το λόγο.
 
 
ΤΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ
Σκοτεινιά. Άγρια βροχή.
Δύο άντρες με αβέβαια βήματα
Έρχονται στο λασπωμένο δρόμο.
Με πλησιάζουν.
Ρίχνω το πανωφόρι μου
Στην πλάτη του μικρότερου.
Ο άλλος κρατούσε ομπρέλα.

ΤΑ ΛΙΘΑΡΙΑ
 
Ήθελε μόνο τις δικές του ημερομηνίες
να γιορτάζει
που ήταν γεμάτες απουσίες
και χωρισμούς.
Γι΄ αυτό τον είπαν παράξενο
και ακοινώνητο.
Ούτε την Πασχαλιά
του έδιναν φιλί της αγάπης
ούτε την Πρωτομαγιά
του έφερναν λουλούδια.
Αυτός μάζευε λιθάρια
και χάραζε πάνω τους ονόματα.
Μην ξεχαστούν
από τη σύναξη
οι πεθαμένοι.
 
 
ΤΟ ΑΙΜΑ
 
Περιμένω τη βροχή
να καθαρίσει τα όνειρά μου
που το σκοτάδι της μοναξιάς
έχει μπερδέψει.
Έρχονται οι φίλοι
Μα ποιος είναι αυτός που τραγουδά
«κιτρολεμονιά και μαντζουράνα μου»;
Οι αγάπες
μα τίνος τα χείλη είναι υγρά;
Μόνο το αίμα ξεχωρίζει:
είναι το δικό μου
και ζητάει ανάπαυση.
Ας έρθει η βροχή
να το πλύνει
από το κοιμητήρι της μάνας
και τα μάτια μου.



Καλό Ταξίδι  Φίλε  Γιάννη